φάλτσο

φάλτσο
τό
1) муз. фальшь, диссонанс; 2) ошибка; 3) каблучная пластинка; 4) см. φαλτσαστέκκα 1

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "φάλτσο" в других словарях:

  • φάλτσο — το (λ. ιταλ.) 1. παρατονία, παραφωνία: Τραγουδάει με φάλτσο δεν κάνει για χορωδία. 2. μτφ., λάθος, σφάλμα: Κάνει ακόμη φάλτσα στην οδήγηση του αυτοκινήτου. 3. (για ποδόσφαιρο), φαλτσάρισμα (βλ. λ.): Σούταρε με φάλτσο κι έβαλε γκολ. 4. στον πληθ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φάλτσο — και φάλσο, το, Ν 1. η τονική παρέκκλιση από το σωστό τονικό ύψος 2. λάθος, σφάλμα 3. φαλτσαστέκα 4. (στο ποδόσφ.) φαλτσάρισμα 5. στον πληθ. τα φάλτσα τα δερμάτινα τεμάχια που απομένουν μετά το κόψιμο τού πτερνίτη, τού τακουνιού. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • κακοφωνία — η (AM κακοφωνία) [κακόφωνος] κακή φωνή, κακή προφορά, χασμωδία, παρατονία, παραφωνία, φάλτσο, φαλτσάρισμα αρχ. 1. (για κακόηχα ονόματα ή λέξεις) κακός ήχος φωνής, το να ηχεί κακώς, το να ακούγεται άσχημα, δυσάρεστα 2. κακοηχία που προέρχεται από… …   Dictionary of Greek

  • παρέκφορος — ό ναυτ. ο δεύτερος έκφορος τών δολώνων, το φάλτσο μαντιζέλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + έκφορος «σχοινί που χρησιμοποιείται για τη συστολή και διαστολή τών ιστίων». Η λ. μαρτυρείται από το 1858 στο Ονοματολόγιον Ναυτικόν] …   Dictionary of Greek

  • παρατονία — η μουσ. η ιδιότητα τού παράτονου, μουσική παραφωνία, λανθασμένος τόνος φωνής, κν. φάλτσο. [ΕΤΥΜΟΛ. < παράτονος. Η λ. μαρτυρείται από το 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • παραφωνία — ἡ, ΝΑ [παράφωνος] νεοελλ. 1. μουσ. φθόγγος που ηχεί παρά τους κανόνες τού ρυθμού και τής αρμονίας, παρατονία, δυσαρμονία, φάλτσο 2. μτφ. διαφωνία, ασυμφωνία, δυσάρεστη αντίθεση αρχ. μουσ. η συνήχηση τών φθόγγων, η αρμονία, καθώς και η μελωδική… …   Dictionary of Greek

  • φάλσο — το, Ν βλ. φάλτσο …   Dictionary of Greek

  • φαλτσάρισμα — το, Ν [φαλτσάρω] 1. παραφωνία, φάλτσο 2. εκτροπή από την ομαλή πορεία …   Dictionary of Greek

  • φαλτσάρω — Ν 1. κάνω φάλτσο 2. (κατ επέκτ.) πέφτω έξω, σφάλλω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. falsare «παραποιώ, νοθεύω, διαστρεβλώνω»] …   Dictionary of Greek

  • φαλτσαριστός — ή, ό, Ν [φαλτσάρω] (κυρίως στο ποδόσφ.) αυτός που γίνεται με φάλτσο …   Dictionary of Greek

  • κακοφωνία — η δυσαρμονία ήχων, παραφωνία, φάλτσο: Το τραγούδι του ήταν μια σκέτη κακοφωνία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»